κατάμουτρα


κατάμουτρα
[катамутра] επίρ. в лицо

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατάμουτρα" в других словарях:

  • κατάμουτρα — επίρρ. 1. κατευθείαν στο πρόσωπο («μάς χτυπάει ο ήλιος κατάμουτρα») 2. μπροστά σε κάποιον, ενώπιον κάποιου («τόν πρόσβαλε κατάμουτρα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. κατά μούτρα] …   Dictionary of Greek

  • κατάμουτρα — επίρρ. τοπ., στο πρόσωπο, καταμούτσουνα: Την έφαγε κατάμουτρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγόρευμα — το [αναγορεύω] χλευαστική προσωνυμία, βρισιά, παρατσούκλι «δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη τού έρριπτον κατάμουτρα» (Παπαδιαμ. Α. 240) …   Dictionary of Greek

  • κατ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής, προερχόμενο από την πρόθεση κατά. Απαντά και με τη μορφή καθόταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται (καθ ημερινός, κάθ ιδρος) καθώς και με τη μορφή καται σε ελάχιστα σύνθετα τής Αρχαίας Ελληνικής (καται… …   Dictionary of Greek

  • κατάμουρα — επίρρ. κατάμουτρα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μούρη] …   Dictionary of Greek

  • κατάμπροστα — επίρρ. 1. μπροστά μπροστά («έκατσε κατάμπροστα στη γραμμή») 2. κατά πρόσωπο, κατάμουτρα …   Dictionary of Greek

  • καταμούτσουνα — επίρρ. κατάμουτρα* …   Dictionary of Greek

  • καταπρόσωπα — και καταπρόσωπο (Μ καταπρόσωπον και καταπρόσωπα) επίρρ. 1. ενώπιον κάποιου, παρουσία κάποιου 2. κατά μέτωπο, κατάμουτρα νεοελλ. με παρρησία μσν. 1. εναντίον κάποιου 2. αντίθετα σε κάτι, παραβαίνοντας κάτι 3. απέναντι από κάποιον ή κάτι 4.… …   Dictionary of Greek

  • κωμικός — Ηθοποιός που ερμηνεύει κωμικούς ρόλους. Ενώ η τέχνη της πρόκλησης του γέλιου στο κοινό έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, ο γνήσιος τύπος του κ., ολοκληρωμένος και με σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα, συναντάται μόνο στον πιο ταιριαστό σε αυτόν… …   Dictionary of Greek

  • μέσα — Οικισμός (20 κάτ.) της Λέσβου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγίας Παρασκευής του νομού Λέσβου. * * * (I) μέσα και μεσά, τὸ (Μ) το τραπέζι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. mensa «τραπέζι»]. (II) η (γεωμορφ.) όρος που περιγράφει κάθε χερσαία τράπεζα με επίπεδη …   Dictionary of Greek